




Έργο του ρωσοεβραίου καλλιτέχνη Haim Sokol, δωρισμένο στη Θεσσαλονίκη και το Λιμάνι από το Stella Art Foundation της Μόσχας.
Στην εβραϊκή παράδοση, όταν γίνεται ένας γάμος, μια χαρά, συνηθίζεται να προσκαλούν συμβολικά τους νεκρούς γονείς και συγγενείς να παραστούν στη γιορτή. Ο Χάιμ Σόκολ θέλει με αυτό το μνημείο να προσκαλέσει ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΕΔΩ.
«Σε όλους αυτούς που κάποτε έζησαν εδώ»
Λίγες πόλεις υπάρχουν όπου η τέταρτη διάσταση, ο χρόνος, νιώθεται εξαιρετικά έντονα. Η Θεσσαλονίκη είναι αναμφίβολα μια τέτοια πόλη. Να γιατί αισθάνεσαι αθέλητα την ορμή να δημιουργήσεις περισσότερο στο χρόνο κάτι, παρά στο χώρο. Κάποιος είχε περιγράψει το έργο τέχνης ως «ένα sos που στέλνεται στο μέλλον». Αλλά εμείς ήδη ζούμε στο μέλλον –ένα απίστευτο, απομακρυσμένο μέλλον, τέτοιο που δεν θα μπορούσαμε ούτε καν να φανταστούμε πριν από πενήντα ή εκατό χρόνια. Γι αυτό και στρέφω το έργο μου στο παρελθόν. Γράφω σε όλους εκείνους που έζησαν κάποτε εδώ. Και περιμένω την απάντησή τους.
Χάιμ Σόκολ
«Από όλους αυτούς που τώρα ζουν εδώ»
Ζω στη θεσσαλονίκη και το παρελθόν της πόλης με στοιχειώνει. Τα φαντάσματα σε κάθε βήμα καραδοκούν και ζητούν ικανοποίηση, ίσως εξιλέωση –δεν νομίζω εκδίκηση, αρκετό αίμα έχει καταβάλλει κάθε λαός στο πέρασμά του από την πόλη. Ας το κάνουμε πια! Είναι εύκολο να φανούμε γενναιόψυχοι, έστω και κατόπιν εορτής: δεν απέμεινε και τίποτα που θα μπορούσε να απειλήσει πλέον τα κεκτημένα μας…
Η συγκυρία το έφερε να είμαι εκείνος που θα κατασκεύαζε το έργο του ρωσοεβραίου καλλιτέχνη χάιμ σόκολ στην πόλη. Και μια τέτοια χειρονομία απαιτούσε ανακωχή με το χθες και μια ενδοσκόπηση για το αύριο. Σε μια πόλη, όπου όλοι αυτοπροσδιορίζονται, χρειάζεται να γνωρίζεις αυτούς που υπήρξαν και πλέον έφυγαν για να μπορέσεις επιτέλους και να ετεροπροσδιοριστείς.
Γνωρίζω τους εβραίους που αφέθηκαν να εξολοθρευτούν από τους ναζί: δεν αγνοώ τους λόγους που οι έλληνες κρυφά το καλοδέχτηκαν, ότι τους βόλευε να πάρουν στα χέρια τους εμπόριο και περιουσίες / δεν αγνοώ το διεθνές εβραϊκό κίνημα, που προόριζε την πόλη για πρωτεύουσα ενός μελλοντικού τους κράτους / δεν αγνοώ τον πανικό που έσπερναν αυτά τα σχέδια στους έλληνες, οι οποίοι μετά από πεντακόσια χρόνια είχαν μόλις ξαναπάρει στα χέρια τους την πόλη...
Γνωρίζω τους τούρκους που ανταλλάχθηκαν με τους χριστιανούς της άλλης όχθης του αιγαίου: δεν αγνοώ το τίμημα που πλήρωσε ο ηττημένος μαξιμαλιστής της μεγάλης ιδέας / δεν αγνοώ τη θλίψη των ελλήνων για την απώλεια των αρχέγονων κοιτίδων / δεν αγνοώ τη βαριά αδικία που ένιωσαν οι γηγενείς της ελλάδας τούρκοι, όταν ξεριζώνονταν από τις εστίες τους –νικητές του πολέμου αυτοί– για χάρη μιας υποτιθέμενης μελλοντικής ειρήνης…
Γνωρίζω τους βουλγάρους που αναγκάσθηκαν να φύγουν από την πόλη μέσα στη λαίλαπα των διαδοχικών πολέμων που έχαναν: δεν αγνοώ τους ανταγωνισμούς για την κατοχή της πόλης, τα δεινά που επέφεραν εκατέρωθεν κάθε φορά που η περιοχή άλλαζε κυρίαρχο / δεν αγνοώ τις βλέψεις για την έξοδο στη λευκή θάλασσα, την ανάσταση του παλιού βασιλείου, την ακυρωμένη συνθήκη για τη μεγάλη βουλγαρία / δεν αγνοώ τη βαριά καχυποψία με την οποία τους βλέπουν ακόμα οι έλληνες...
Γνωρίζω τους αρμένιους που φυλλορρόησαν μέσα από τη δική τους περιπέτεια στην ανατολή: δεν αγνοώ τους κοσμοπολίτες εμπόρους που παρασύρθηκαν σε μια εύκολη έξοδο –έτσι συμβαίνει με τους εύπορους αστούς όταν τα πράγματα ζορίζουν / δεν αγνοώ τους πρόσφυγες που πίστεψαν στον επαναπατρισμό και μετανάστευσαν ξανά στη σοβιετική αρμενία / δεν αγνοώ τους έλληνες πρόσφυγες που είχαν ζήσει με ένα παρόμοιο όνειρο επιστροφής…
Γνωρίζω τους έλληνες που έχτισαν την πόλη και εκδιώχθηκαν όταν την πήραν οι οθωμανοί: δεν αγνοώ ότι η πόλη ρήμαξε και επανακατοικήθηκε από εβραίους, τούρκους και έλληνες / δεν αγνοώ τις φιλοδοξίες των ελλήνων να ξανακάνουν την πόλη δικιά τους, παρόλο που αποτελούσαν ήδη μειονότητα στις παραμονές των βαλκανικών πολέμων / δεν αγνοώ τις μεθοδεύσεις τους για να αποκτήσει ξανά η πόλη ελληνικό χαρακτήρα, σβήνοντας το ενοχλητικό παρελθόν των “άλλων”…
Δεν αγνοώ, κι αυτό βαραίνει την ψυχή μου. Γνωρίζω όμως, κι αυτό με λυτρώνει.
Μετά από πολλές παλινωδίες και αναβολές, η λιτή, γυμνή τσιμεντένια κολώνα με το σκουριασμένο γραμματοκιβώτιο στην κορυφή της ήρθε και στήθηκε μπροστά από το παλιό τελωνείο του λιμανιού, χτισμένο από τον εβραίο μηχανικό ελί μοδιάνο. Στη γειτονιά του, οι αποθήκες του λιμανιού από την εποχή του μεγάλου πολέμου και των αγγλογάλλων˙ το μνημείο του ολοκαυτώματος στην πλατεία όπου συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά οι εβραίοι από τους ναζί τον Ιούλιο του σαρανταδύο˙ στο δρόμο των φράγκων, το κτίριο της πρώην οθωμανικής τράπεζας, ξαναχτισμένο μετά την ανατίναξη από τους βουλγάρους του κομιτάτου στην κορύφωση του υπόγειου αγώνα για την κατοχή της πόλης˙ πιο πέρα, η αρμενική εκκλησία και στην άκρη της θάλασσας, ο λευκός πύργος –οθωμανικό κτίσμα, σε πείσμα των θερμόαιμων που βανδάλισαν τη σχετική επιγραφή˙ έξω από το ιστορικό κέντρο, το τζαμί των εξισλαμισθέντων οπαδών του σαμπατάι σεβή˙ τέλος, οι βίλλες των αστών του προπερασμένου αιώνα, κυρίως εβραίων, οθωμανών και φράγκων˙ κι ολόγυρα, τα εργοστάσιά τους, οι μύλοι, τα κεραμοποιεία, οι αγορές, τα μνήματα, οι εκκλησιές, οι συναγωγές και τα τζαμιά: αφανισμένα, όπως οι άνθρωποι που τα έφτιαξαν και τα στήριξαν ή επισφαλή, σαν την τρεμάμενη μνήμη τους που κάποιοι φυσούν δυνατά προσπαθώντας να τη σβήσουν κι εκείνη.
Κάποιο άλλοι όμως δεν θέλουν να ξεχάσουν. Γνωρίζουν, παρόλο που δεν αγνοούν: αυτή είναι η απάντησή μου, χάιμ, στο όνομα όλων εκείνων προς τους οποίους έγραψες. Γιατί, είμαι εκείνοι...
γιάννης επαμεινώνδας, αρχιτέκτων
Υ.Γ. τηρήθηκε ορθογραφία που αποφεύγει την “πατριωτική” χρήση κεφαλαίων γραμμάτων σε ονόματα και τοπωνύμια, ως χειρονομία “ενός λεπτού σιγής” προς όσους υπέφεραν από τα δεινά των εθνικών και κοινοτικών ανταγωνισμών.
1. Η ΑΝΩ ΠΟΛΗ
Είναι εύκολο να πει κανείς πως εκείνος ο “παλιός καλός καιρός” ήταν όντως καλός: έχει το άρωμα της μνήμης μας. Της “γειτονιάς των θαυμάτων” του Καμπανέλλη ή της “οδού ονείρων” του Χατζηδάκι. Μικρή, ανθρώπινη κλίμακα, λεπτομέρειες δουλεμένες από την καθημερινή χρήση, τίποτε περιττό και άχρηστο, όλα “φτωχικά αλλά καμωμένα με μεράκι”. Μικρές αυλές, σκαλάκια και σοκάκια, ταπεινά καλύβια σκαρφαλωμένα στην πλαγιά που εκμεταλλεύονταν ευφυώς τις κλίσεις του εδάφους, μαντρότοιχοι που προσπαθούσαν αλλά συνήθως δεν κατάφερναν να αφήσουν τίποτε κρυφό από τα μάτια και τα αφτιά των γειτόνων και των περαστικών, μια αρχιτεκτονική σχεδόν κυκλαδίτικη στη λιτότητα και την επινοητικότητά της. Δάφνες, μουριές και συκιές αλλά και γιασεμιά, τριανταφυλλιές και αγιοκλήματα, κάνανε τις μέρες μας να μοσχοβολάνε και τις νύχτες μας να λιγώνουν. Κοινωνικές σχέσεις –ανύπαρκτες σήμερα– όταν ο πόνος και η χαρά του καθενός μας γινόταν πόνος και χαρά των υπολοίπων, όταν όμως και η ιδιωτική ζωή του καθενός ήταν υπόθεση του περίγυρου και της κοινωνικής ομάδας που τον έλεγχε. Όταν ο έλεγχος πάνω στις ζωές (από μέρους του πατέρα, της μητέρας, των συγγενών, της γειτόνισσας, του μπακάλη) αντιστάθμιζε πικρά τη γεύση της συνοχής, της αλληλεγγύης, της κοινής μοίρας.
Μέχρι πριν από είκοσι χρόνια –που η καταστροφή στην υπόλοιπη πόλη είχε πια ολοκληρωθεί και ελάχιστα πράγματα θύμιζαν ότι η Θεσσαλονίκη είχε μια αδιάκοπη ιστορική συνέχεια δυόμισι αιώνων– ο θύλακας της Άνω Πόλης, με τα μεγάλα εσωστρεφή οθωμανικά σπίτια και τα ντονμέδικα αρχοντικά και με συνδετικό ιστό τα χιλιάδες προσφυγόσπιτα ανάμεσά τους, παρέμενε το μόνο οικιστικό σύνολο με συμπαγή ενότητα και ιστορική συνέχεια. Σήμερα, που σπανίζουν πια ακόμα και τούτα τα ασήμαντα και ταπεινά χαμόσπιτα, τα γεννημένα μέσα στις ταραγμένες δεκαετίες του ΄20 και του ΄30, έφτασε και εκείνη η μίζερη, φτωχική ζωή που ζούσαμε να γίνει στο συλλογικό υποσυνείδητο ο ουτοπικός και οριστικά χαμένος τόπος της εθνικής νοσταλγίας μας.
Η αλήθεια είναι πως κανείς πια δεν μπορεί να κατοικήσει στα παλιά προσφυγικά σπίτια, εκεί όπου δυο-τρεις γενιές είχαν μάθει να μεγαλώνουν με μια αναλογία πέντε το πολύ τετραγωνικών μέτρων ανά άτομο, σε σπίτια ταπεινά και χαμηλοτάβανα, όπου σήμερα σκύβεις για να περάσεις από τις πόρτες κι όπου αισθάνεσαι –σε μια εποχή άκρας εξατομίκευσης– πως το χνώτο σου θα έμπλεκε με το χνώτο και άλλων εκατό ανθρώπων που ζούσαν τριγύρω. Λέω “θα έμπλεκε” γιατί σε πολλά από αυτά τα σπίτια δεν ζουν άνθρωποι πλέον. Έχουν αφεθεί να ρημάξουν κι όσα αντιστέκονται ακόμη, είναι εξαιτίας μιας γιαγιάς ή ενός παππού που δεν μπορούν να τα εγκαταλείψουν ή που δεν εννοούν να αποδημήσουν. Σπάνια οι προσφυγικές οικογένειες έχουν τα οικονομικά μέσα να ξαναχτίσουν εξαρχής το σπίτι τους. Συχνά, κάτω από την πίεση των παιδιών τους, θα πουλήσουν το παλιό τους σπίτι για να ανοικοδομηθεί από νέους ιδιοκτήτες, ενώ οι ίδιοι θα φύγουν οριστικά από την πάνω πόλη.
Δημιουργία ενός μουσείου της προσφυγιάς, μέσα στους ίδιους τους χώρους όπου αυτή έζησε; Θα μπορούσε ίσως να σωθεί ένα τμήμα του ιστού, ένα κομμάτι γειτονιάς που διατηρείται ακόμη ανέπαφη, με αναγκαστικές δεσμεύσεις-απαλλοτριώσεις, αλλά ποιος θα πει στους ανθρώπους αυτούς να ξεσπιτωθούν γιατί πρέπει τα σπίτια τους να γίνουν μουσείο προς δόξαν μιας εποχής ταπείνωσης και ανέχειας που κανείς τους δεν θέλει να θυμάται; Κλέβει κανείς τα τελευταία ίχνη μιας ζωής που προτίθεται να προστατεύσει για να τα απολιθώσει σε ένα μουσείο; Και τι μουσείο θα είναι αυτό; Με τι προδιαγραφές κίνησης, υλικών και οδεύσεων πυρασφάλειας; Και μέσα σε αυτό τι θα βλέπει ο επισκέπτης; Την απουσία της ανάσας μέσα στους άδειους, νεκρούς χώρους; Πόσο αξίζει μια αρχιτεκτονική –ειδικά αυτή η λαϊκή αρχιτεκτονική– χωρίς τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν; Κι έπειτα, ελάχιστες είναι οι περιοχές που θα μπορούσαν να διατηρηθούν ακέραιες, γειτονιές όπου το σύμπλεγμα των παλιών σπιτιών έχει μείνει άθικτο από την ανοικοδόμηση.
Πρώτα οι κραυγαλέες περιπτώσεις, η διείσδυση των πολυκατοικιών: η κακογουστιά, η φτήνια, οι κακοτεχνίες, η απρόσωπη, γκρίζα αρχιτεκτονική, η ανυπαρξία οποιασδήποτε συνέχειας. Μετά, μέσα στην πίεση της αντιπαροχής, η ανάγκη να παρέμβουμε, να σώσουμε κάποια πράγματα: τα δύο Προεδρικά Διατάγματα του 1977 και 1997, που όμως δεν συνηγορούσαν στη διατήρηση των αυθεντικών κτιρίων παρά εισήγαγαν μια εικονική άποψη για την “παραδοσιακότητα”. Η επίσημη, ατεκμηρίωτη, σιωπηρή και με τις ευλογίες του νομοθέτη κατεδάφιση όσων σπιτιών είχαν απομείνει να κρατούν κάποια επίφαση αυθεντικότητας και η αντικατάστασή τους από αυτό το μονότονο, ανούσιο, ανέμπνευστο και παγερά αδιάφορο αρχιτεκτονικό ιδίωμα που λέγεται γενικώς “παραδοσιακό”. Είδαμε να ξεπροβάλλουν κάθε λογής παραδοσιακότητες: χαλκιδικιώτικα, δυτικομακεδονίτικα, μέχρι και νεοβυζαντινά υβρίδια.
Επιπλέον, η εφαρμοζόμενη λογική της ρυμοτόμησης, η ανάγκη για την κυκλοφορία τροχοφόρων, οι πολεοδομικοί κανόνες και οι οικοδομικές πρακτικές, οδήγησαν σε αφανισμό όχι μόνο την παλιά μορφολογία, αλλά και την ίδια την πεμπτουσία της χωρικής οργάνωσης. Η ομαλοποίηση των “ανωμαλιών”, η διευθέτηση της ακαταστασίας, η στρογγύλευση των αιχμών, έχει ομογενοποιήσει το αστικό περιβάλλον στην Άνω Πόλη, εξαφανίζοντας τις αντιθέσεις, τις παραδοξότητες, τις ευφυείς λύσεις, μειώνοντας κατ’ επέκταση την ποικιλία, τα ενδιαφέροντα σημεία, την προσαρμογή στο ανάγλυφο, όλη την ομορφιά αυτής της “αρχιτεκτονικής χωρίς αρχιτέκτονες”.
Αυτό που τη διαδέχθηκε ήταν ένα συνεχές τείχος από τριώροφους ή τετραώροφους νεοπαραδοσιακούς πύργους πάνω στις οικοδομικές γραμμές των δρόμων, η αντικατάσταση της ελεύθερης, ανάλαφρης οριζόντιας αίσθησης από μια κατακόρυφη και απειλητική εικόνα μεσαιωνικής σχεδόν οργάνωσης: περιχαράκωση του ιδιωτικού-προστατευμένου από τον δημόσιο-εχθρικό χώρο, αναγκαστική κατάργηση της ασάφειας στις χρήσεις (που επέτρεπε παλιότερα τα περάσματα ανάμεσα από ιδιωτικές αυλές και την προσωρινή κατάληψη δημόσιων χώρων από τραπέζια και καρέκλες), ισχυροποίηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μέσα από κάθε λογής περιφράξεις, όρια, κάγκελα και εμπόδια. Η εικόνα του “τοίχου” εναντίον της “διαπερατότητας”.
2. Η ΝΕΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑ
«Ακολουθώ την παράδοση δεν σημαίνει φοράω το καπέλο του παππού,
αλλά αγοράζω ένα καινούριο όπως ακριβώς έκανε εκείνος» (German del Sol)
Θέση του μελετητή είναι η γνήσια έμπνευση από την παράδοση και η δημιουργία ενός καινούριου κελύφους που μπορεί να υπαινίσσεται τη συνέχεια αλλά δεν μιμείται στείρα τη μορφολογία ούτε και απλώς ντύνει μια αδιάφορη αρχιτεκτονική σε παραδοσιακό ένδυμα.
Στοιχεία των παλιών σπιτιών αποτέλεσαν σημεία αναφοράς και ερέθισμα κατά την εκπόνηση της μελέτης: τα δώματα σε εσοχή και οι ταράτσες με τις πέργκολες των προσφυγικών σπιτιών ενσωματώθηκαν ως ιδέες στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Διατηρήθηκε, ως προς τη θέση και το ύψος, ο παλιός μαντρότοιχος που οριοθετούσε την υπερυψωμένη αυλή. Ειδικές μορφολογικές λύσεις –όπως ο διαχωρισμός της στέγης μέσω μιας σκοτίας από τον κορμό του κτιρίου– οδήγησαν στην οριστική απόσπαση των στεγών από τα μέρη του κτιρίου τα οποία στεγάζουν: ανυψωμένες από τον κορμό αλλά και από τα σαχνισιά, οι στέγες μετεωρίζονται ανεξάρτητες πάνω από τους κυβικούς όγκους, ανάλαφρες και ελεύθερες. Η τεχνολογία παρέχει σήμερα μεγάλες δυνατότητες στατικής και μορφολογικής πρωτοτυπίας, κάτι που και οι παλιές στέγες έδειχναν πως επιχειρούσαν αλλά χωρίς πολλή τόλμη. Ο συνδυασμός ξύλου και μετάλλου, που απαντάται ήδη σε αρκετά νέα κτίρια στην Άνω Πόλη, εφαρμόσθηκε και εδώ σε μια προσπάθεια “μεταγραφής” ξύλινων δομικών στοιχείων σε μέταλλο.
Αντί το κτίσμα να προβληθεί πάνω στην οικοδομική γραμμή, όπως είναι σήμερα η συνήθης πρακτική, και να δημιουργήσει ένα ακόμα απροσπέλαστο κατακόρυφο “τείχος”, προτιμήθηκε να υποχωρήσει στο βάθος της αυλής και να εμφανίσει προς τα έξω μια πιο σύνθετη και ανάγλυφη μορφή από εκείνη της επίπεδης όψης. Ο παλιός μαντρότοιχος εξακολουθεί να παίζει το ρόλο του αναβαθμού, για τη σταδιακή μετάβαση από το χαμηλό επίπεδο των δρόμων στο ψηλότερο επίπεδο της αυλής, στο λίγο ψηλότερο της πέργκολας, στο ακόμα ψηλότερο της κατοικίας πιο πίσω και τέλος στην ταράτσα που δημιουργείται από την υποχώρηση του τρίτου όροφου-δώματος. Για αυτόν που κινείται στον ανηφορικό δρόμο, αυτή η βαθμιδωτή διάταξη μετριάζει την εντύπωση του μεγάλου όγκου, που αλλιώς θα κυριαρχούσε πάνω στη διασταύρωση, και ενσωματώνει τα κτίσματα ομαλότερα στο ανάγλυφο του εδάφους. Η αναγκαστική ρυμοτόμηση των παλιών εξωτερικών σκαλοπατιών που προεξείχαν στο δρόμο και δημιουργούσαν μια ενδιαφέρουσα σύνθεση αντισταθμίζεται από το σπάσιμο του μαντρότοιχου σε μικρότερα ύψη, με τη δημιουργία ενός χαμηλότερου κήπου ακριβώς πάνω στη διασταύρωση.
Το κτίριο αποτελείται από δύο βασικούς διώροφους όγκους, τον έναν από εμφανή λιθοδομή. Οι όγκοι αυτοί σχηματίζουν εσωτερική ορθή γωνία και στην ένωσή τους βρίσκεται η είσοδος της κατοικίας, απέναντι από την αυλόθυρα. Στο τρίτο επίπεδο ένας μικρότερος όγκος, ένα δώμα, σε υποχώρηση από το περίγραμμα των άλλων δύο, επιτρέπει να δημιουργηθεί μια μικρή ταράτσα με πέργκολα ανάμεσα στις στέγες. Τρία σαχνισιά προεξέχουν στο δεύτερο όροφο, τα δύο ορθογωνικά, στα παιδικά δωμάτια και το τρίτο αποτελούμενο από δύο τρίγωνα ως επέκταση του υπνοδωματίου. Τα σαχνισιά αποτελούν μορφολογικά και κατασκευαστικά ένα ξεχωριστό στοιχείο. Επεκτείνουν τους βασικούς χώρους, χωρίς όμως ποτέ να αποτελούν μέρος των όγκων τους. Το ύψος τους είναι χαμηλότερο του αντίστοιχου χώρου από τον οποίο εξέχουν, με αποτέλεσμα να είναι διακριτά. Η δομή τους προσομοιάζει σε εκείνη των τυπικών σαχνισιών της Άνω Πόλης (έχουν δηλαδή σκελετό και γέμισμα από συμπαγή τούβλα) μόνο που εδώ ο σκελετός αποτελείται από μεταλλικά κοιλοδοκάρια.
Τα κουφώματα είναι ξύλινα, αλλά για χάρη της θέας που παρέχει ο δεύτερος όροφος, η γεωμετρία τους είναι εκείνη των μεγάλων, συνεχόμενων υαλοστασίων. Καλύπτονται όμως εξωτερικά –στη βάση των αναλογιών που καθορίζουν τα Προεδρικά Διατάγματα για την Άνω Πόλη– από σύστημα οριζόντιων περσίδων, οι οποίες προσαρμόζονται πάνω στο σκελετό του σαχνισιού. Έτσι, το κτίριο αποκτά ένα δεύτερο περίβλημα, το οποίο και ακολουθεί τις προβλεπόμενες από τον νόμο αναλογίες. Οι περσίδες είναι μεταλλικές, ηλεκτροκίνητες και η ευελιξία στην κλίση που μπορούν να πάρουν ρυθμίζει τον ηλιασμό και τη διαφάνεια του εσωτερικού. Η μεταβαλλόμενη κλίση τους θυμίζει τα περιστρεφόμενα φυλλαράκια των πατζουριών στα παλιά σπίτια, μόνο που αυτό συμβαίνει εδώ σε μεγάλη κλίμακα.
Η σύνθεση της κατοικίας επιχειρεί να αποκαταστήσει κάτι από τη μεγαλοπρέπεια και το περίτεχνο των μεγάλων οθωμανικών σπιτιών που κυριαρχούσαν άλλοτε στην Άνω Πόλη. Οι επιμέρους λεπτομέρειες, κυρίως των ακάλυπτων χώρων, επιχειρούν να ανακτήσουν, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό υπό τις σημερινές συνθήκες, εκείνη τη χαμένη πολυπλοκότητα της προσφυγικής πολεοδομίας που έδινε στην Άνω Πόλη τη γοητεία της μικροκλίμακας της γειτονιάς.

Το πρότζεκτ Making Wordsφιλοδόξησε να φέρει τον καθαρό λόγο της ποίησης μέσα σε ένα εικαστικό φεστιβάλ, όπου από καιρό ήδη είχαν παρεισφρήσει μέσα από διάφορα έργα και συνεργασίες όλες οι μεγάλες τέχνες. Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο έργο για την ποίηση ήταν πως απαιτούνταν ένας “χωρικός φορέας” που θα την έκανε αυτοτελή, διακριτή από τις υπόλοιπες παρουσιάσεις που στεγάζονται στα περίπτερα, αλλά και αναγνωρίσιμη στη διαφορετικότητα της ουσίας της. Χρειαζόταν ένας “χώρος” που να μην ήταν ούτε κλειστός, ούτε μόνιμος, ούτε συμβατικός, που δεν θα έμοιαζε με τα εθνικά περίπτερα στα Giardini όπου γίνεται η Μπιενάλε, ούτε με τις αρχιτεκτονικές που τα χαρακτηρίζουν. Χρειαζόταν ένα μη-περίπτερο.
Ή μήπως, ακριβώς ένα Περίπτερο; (με την αρχική σημασία της λέξης στην αρχαία ναοδομία). Ένα αντεστραμμένο περί-πτερό, γυρισμένο το μέσα-έξω, με τη στοά εσωτερικά και τους τοίχους απέξω. Ταυτόχρονα, ένα βάθρο για την απαγγελία και τα δρώμενα, μια ορχήστρα-και-σκηνή, εξέδρα με τη θεατρική έννοια. Τέλος –και επειδή το όλο σχήμα είχε ήδη αυτονομηθεί και ετοιμαζόταν να περιοδεύσει– έπρεπε να υπάρχει και ένα κιβώτιο για τη μεταφορά από τόπο σε τόπο.
Κιβώτιο-εξέδρα-περίπτερο: η λύση οδηγήθηκε αβίαστα σε αυτό που προσωρινά είχαμε βαφτίσει “Κιβωτό της Ποίησης”.

Το περίπτερο είναι η απλούστερη, συντακτικά, αρχιτεκτονική μορφή: ένα περίγραμμα κύβου με σιδερένιες ακμές, ντυμένο με ξύλινα καπάκια, που όταν είναι κλειστά παραπέμπει σε ξυλοκιβώτιο –ο ίδιος ο κύβος είναι ένα κιβώτιο μεταφοράς– κι όταν τα καπάκια ανοίγουν, μετατρέπεται σε μια εξέδρα για δράσεις. Κάποια από αυτά τα καπάκια / modulaανοιγοκλείνουν με μεντεσέδες, κάποια άλλα μπορούν να συναρμολογηθούν ολόγυρα, παρέχοντας εναλλακτικά σχήματα στην εξέδρα. Ο σιδερένιος κύβος παραμένει πάντα στη θέση του ως στέγαστρο-προστασία-ορόσημο και αναδύεται μέσα από την εξέδρα ως το καθαυτό Περίπτερο.

Πάνω σε αυτό το φόντο ήταν που πλέχθηκε το εικαστικό έργο με την ποίηση: η καλλιτέχνης Γιούλα Χατζηγεωργίου κατέγραφε όλες τις απαγγελίες σε πραγματικό χρόνο και μέσω μιας ιδιοσυσκευής μετέτρεπε τον ήχο τους σε υδάτινες δονήσεις, τις οποίες βιντεοσκοπούσε και αναπαρήγαγε σε οθόνες τοποθετημένες πάνω και γύρω από την εξέδρα. Έτσι η ποίηση, μεταγραφόταν μέσω του νερού σε εικόνα: ένα είδος φωνο-γραφήματος κατά τον τύπο του φωτορυθμικού ηλεκτρικού σήματος που συνδέεται με έναν λαμπτήρα –εδώ με τα μόνιτορ που πλαισίωναν και συνόδευαν διακριτικά τις ποιητικές δράσεις. Φαντασθήκαμε τον κύβο, με γραμμένους εξωτερικά όλους τους τίτλους του έργου, να ταξιδεύει σαν μια βαλίτσα με τα αυτοκόλλητα ταμπελάκια της από χώρα σε χώρα, μετακινούμενος με πλοία, τρένα, φορτηγά ή αεροπλάνα και σε κάθε στάση του να ξεδιπλώνεται και να ανοίγει σε εξέδρα, να εκπέμπει / απαγγέλει και μετά να αναδιπλώνεται, να τα μαζεύει και να ξεκινά για άλλα…

Στην πράξη, στη διάρκεια των εγκαινίων της Μπιενάλε, ο κύβος λειτούργησε ως σκηνή αλλά και ως σκηνικό. Υπήρξαν ποιητές που τον οικειοποιήθηκαν, τον είδαν ως βάθρο για να απαγγείλουν, ως σκηνή για να δράσουν και να θεατροποιήσουν τα κείμενά τους, ανέβηκαν από το έδαφος στην εξέδρα και κατέβηκαν ξανά, κάθισαν, σκαρφάλωσαν, έπαιξαν μαζί του, τον χρησιμοποίησαν. Υπήρξαν εκείνοι που προτίμησαν να απαγγείλουν στο έδαφος μπροστά του, χωρίς να εμπλακούν, αφήνοντάς τον ως σκηνικό στο βάθος. Ένα ομοίωμα φούρνου των Μακαρέβιτς και Ελάγινα είχε στηθεί παραδίπλα, αντιστικτικά με την εξέδρα, με τρεις σκάλες του Ιακώβ να οδηγούν προς μια ανάταση, μοιράσθηκε στον κόσμο ψωμί και νερό, η συνάθροιση θύμιζε βιβλικές εποχές. Άλλοι έστησαν μια ολόκληρη παράσταση, έπαιξαν σκάκι, κάποιος έσκισε το ρούχο-σάκο που φορούσε και αφήνοντας να χυθεί από μέσα του η άμμος που τον βάραινε, αναδύθηκε ελεύθερος προς την απαγγελία, μια άλλη άπλωνε τα γραπτά της σαν μπουγάδα σε σκοινί με μανταλάκια. Υπήρξαν οι σεμνοί και μετριοπαθείς, οι δραματικοί και στομφώδεις, με ένταση ή χαμηλούς τόνους, οι πρακτικοί και οι περιεκτικοί, οι αφηγηματικοί, οι μινιμαλιστικοί, οι εκτός εαυτού και οι λίγο πριν από το όριο…

Σε κάθε περίπτωση, ο κύβος έδωσε στην ποιητική απαγγελία εκείνο το λίγο παραπάνω απ’ ό,τι ένα ποιητικό αναλόγιο: τον Τόπο. Όρισε ένα φόντο για τη δράση, στάθηκε ένας υποδοχέας χωρίς περιορισμούς, ενσωμάτωσε στο λόγο τη φύση και τον ανοικτό χώρο, άφησε ελεύθερη τη φαντασία και τη χρήση. Περισσότερο ακόμα –για εμάς που παρακολουθήσαμε τον τετραήμερο ποιητικό μαραθώνιο– προσέδωσε στην ανάγνωση ένα ακουστικό μετείκασμα, μια μνήμη που παρέτεινε την κάθε δράση και την έμπλεκε με την επόμενη, που τις επέτρεπε να συγκερασθούν, να συγκριθούν, να συνυπάρξουν. Αυτό, που διαφορετικά θα έπλεε στο αχανές ενός αδιαμόρφωτου χώρου, απέκτησε όρια, αγκυρώθηκε και μορφοποιήθηκε, πολλαπλασιάσθηκε μέσα από τις οθόνες της εικαστικού, καταγράφηκε στη μνήμη ως ενιαία πράξη, με συγκεκριμένο χωρικό υπόβαθρο. Ο κύβος / εξέδρα / κιβώτιο / μηχανή των ποιητών συγκέντρωσε γύρω του τον κόσμο της ποίησης και τον άλλο, τον ανυποψίαστο, τον περαστικό ή απλώς περίεργο σε ένα ανοικτό φεστιβάλ λόγου, εικόνας και δράσης, που είχε κάτι από ροκ συναυλία, εκδρομή για πικνίκ στην εξοχή, παράσταση αρχαίου θεάτρου και παρεΐστικη μάζωξη για κουβεντούλα. Μέσα στο “μουσειακό καθωσπρεπισμό” τωνGiardini άνθισε σαν παράξενο λουλούδι, σαν κατάλοιποάλλων, πιο ανέμελων, εποχών αλλά και σαν υπόσχεση μιας ζωντανής καθημερινότητας που ξεπερνά τους φορμαλισμούς, τις τυπικότητες, μα και την αυτάρεσκη απομόνωση της ποίησης. Έφερε τον Λόγο μέσα σε ένα αυστηρά εικαστικό περιβάλλον και κατέδειξε τις δυνατότητες της ποίησης να συμπράξει και να ωσμωθεί με την αρχιτεκτονική, την τεχνολογία και τις performing arts.
Γιάννης Επαμεινώνδας, Αρχιτέκτων
“Making Words” is a collaborative project bringing together poets and visual artists, which has been specially created for “Making Worlds”, the 53rd International Exhibition of the Venice Biennale, under the Artistic direction of Daniel Birnbaum.
Co-curators:
Daniel Birnbaum, Artistic Director of the 53rd Venice Biennale
Evgeny Bunimovich, President of the Moscow Poetry Biennale
Evgeny Nikitin, Moscow Poetry Club
Alexander Rytov, Stella Art Foundation
Christos Savvidis, Lydia Chatziiakovou, ArtBOX.gr | Creative Arts Management