1. Η ΑΝΩ ΠΟΛΗ
Η Άνω Πόλη είναι ο καλύτερος τόπος για να ζει κανείς στη Θεσσαλονίκη. Κρατάει ακόμα κάτι από το άρωμα της παλιάς πόλης, κυρίως του μεσοπολέμου, όταν οι πρόσφυγες της Μικρασίας ήρθαν και κατέκλυσαν όλη την περιοχή, χτίζοντας στη σκιά των μεγάλων οθωμανικών αρχοντικών και καταλαμβάνοντας κάθε σπιθαμή διαθέσιμης γης, διαμορφώνοντας με αυτόν τον sui generis τρόπο ένα από τα αυθεντικότερα και γοητευτικότερα πολεοδομικά σχήματα στην Ελλάδα, που όμως σήμερα δεν μπορεί να αντέξει πια και σταδιακά εξαφανίζεται.
Είναι εύκολο να πει κανείς πως εκείνος ο “παλιός καλός καιρός” ήταν όντως καλός: έχει το άρωμα της μνήμης μας. Της “γειτονιάς των θαυμάτων” του Καμπανέλλη ή της “οδού ονείρων” του Χατζηδάκι. Μικρή, ανθρώπινη κλίμακα, λεπτομέρειες δουλεμένες από την καθημερινή χρήση, τίποτε περιττό και άχρηστο, όλα “φτωχικά αλλά καμωμένα με μεράκι”. Μικρές αυλές, σκαλάκια και σοκάκια, ταπεινά καλύβια σκαρφαλωμένα στην πλαγιά που εκμεταλλεύονταν ευφυώς τις κλίσεις του εδάφους, μαντρότοιχοι που προσπαθούσαν αλλά συνήθως δεν κατάφερναν να αφήσουν τίποτε κρυφό από τα μάτια και τα αφτιά των γειτόνων και των περαστικών, μια αρχιτεκτονική σχεδόν κυκλαδίτικη στη λιτότητα και την επινοητικότητά της. Δάφνες, μουριές και συκιές αλλά και γιασεμιά, τριανταφυλλιές και αγιοκλήματα, κάνανε τις μέρες μας να μοσχοβολάνε και τις νύχτες μας να λιγώνουν. Κοινωνικές σχέσεις –ανύπαρκτες σήμερα– όταν ο πόνος και η χαρά του καθενός μας γινόταν πόνος και χαρά των υπολοίπων, όταν όμως και η ιδιωτική ζωή του καθενός ήταν υπόθεση του περίγυρου και της κοινωνικής ομάδας που τον έλεγχε. Όταν ο έλεγχος πάνω στις ζωές (από μέρους του πατέρα, της μητέρας, των συγγενών, της γειτόνισσας, του μπακάλη) αντιστάθμιζε πικρά τη γεύση της συνοχής, της αλληλεγγύης, της κοινής μοίρας.
Μέχρι πριν από είκοσι χρόνια –που η καταστροφή στην υπόλοιπη πόλη είχε πια ολοκληρωθεί και ελάχιστα πράγματα θύμιζαν ότι η Θεσσαλονίκη είχε μια αδιάκοπη ιστορική συνέχεια δυόμισι αιώνων– ο θύλακας της Άνω Πόλης, με τα μεγάλα εσωστρεφή οθωμανικά σπίτια και τα ντονμέδικα αρχοντικά και με συνδετικό ιστό τα χιλιάδες προσφυγόσπιτα ανάμεσά τους, παρέμενε το μόνο οικιστικό σύνολο με συμπαγή ενότητα και ιστορική συνέχεια. Σήμερα, που σπανίζουν πια ακόμα και τούτα τα ασήμαντα και ταπεινά χαμόσπιτα, τα γεννημένα μέσα στις ταραγμένες δεκαετίες του ΄20 και του ΄30, έφτασε και εκείνη η μίζερη, φτωχική ζωή που ζούσαμε να γίνει στο συλλογικό υποσυνείδητο ο ουτοπικός και οριστικά χαμένος τόπος της εθνικής νοσταλγίας μας.
Η αλήθεια είναι πως κανείς πια δεν μπορεί να κατοικήσει στα παλιά προσφυγικά σπίτια, εκεί όπου δυο-τρεις γενιές είχαν μάθει να μεγαλώνουν με μια αναλογία πέντε το πολύ τετραγωνικών μέτρων ανά άτομο, σε σπίτια ταπεινά και χαμηλοτάβανα, όπου σήμερα σκύβεις για να περάσεις από τις πόρτες κι όπου αισθάνεσαι –σε μια εποχή άκρας εξατομίκευσης– πως το χνώτο σου θα έμπλεκε με το χνώτο και άλλων εκατό ανθρώπων που ζούσαν τριγύρω. Λέω “θα έμπλεκε” γιατί σε πολλά από αυτά τα σπίτια δεν ζουν άνθρωποι πλέον. Έχουν αφεθεί να ρημάξουν κι όσα αντιστέκονται ακόμη, είναι εξαιτίας μιας γιαγιάς ή ενός παππού που δεν μπορούν να τα εγκαταλείψουν ή που δεν εννοούν να αποδημήσουν. Σπάνια οι προσφυγικές οικογένειες έχουν τα οικονομικά μέσα να ξαναχτίσουν εξαρχής το σπίτι τους. Συχνά, κάτω από την πίεση των παιδιών τους, θα πουλήσουν το παλιό τους σπίτι για να ανοικοδομηθεί από νέους ιδιοκτήτες, ενώ οι ίδιοι θα φύγουν οριστικά από την πάνω πόλη.
Τι θα μπορούσε να διασώσει κανείς από αυτό τον ιστό της προσφυγικής αρχιτεκτονικής; Ο εξωραϊσμός των κοινόχρηστων χώρων δεν μπορεί βέβαια να λύσει το πρόβλημα των σημερινών προδιαγραφών κατοίκησης, τις οποίες αυτά τα ταπεινά σπίτια ελάχιστα πληρούν. Και το ζήτημα δεν βρίσκεται στα μεγάλα αρχοντικά και τα διατηρητέα, όπου η συντήρηση και η αποκατάσταση καταφέρνουν να προσφέρουν μια τουλάχιστον ανεκτή –ή και σε πολλές περιπτώσεις υψηλής ποιότητας– διαβίωση. Στα προσφυγικά όμως, όπου το ταβάνι συχνά έχει γύρω στα δύο μέτρα ύψος και όπου σκύβεις για να περάσεις από την πόρτα, εκεί όπου όλα τα μετρήσιμα στοιχεία σε υπονομεύουν και οι ποιοτικές παράμετροι σε προδίδουν, πώς μπορεί να μιλήσει κανείς για διατήρηση και σωτηρία;
Δημιουργία ενός μουσείου της προσφυγιάς, μέσα στους ίδιους τους χώρους όπου αυτή έζησε; Θα μπορούσε ίσως να σωθεί ένα τμήμα του ιστού, ένα κομμάτι γειτονιάς που διατηρείται ακόμη ανέπαφη, με αναγκαστικές δεσμεύσεις-απαλλοτριώσεις, αλλά ποιος θα πει στους ανθρώπους αυτούς να ξεσπιτωθούν γιατί πρέπει τα σπίτια τους να γίνουν μουσείο προς δόξαν μιας εποχής ταπείνωσης και ανέχειας που κανείς τους δεν θέλει να θυμάται; Κλέβει κανείς τα τελευταία ίχνη μιας ζωής που προτίθεται να προστατεύσει για να τα απολιθώσει σε ένα μουσείο; Και τι μουσείο θα είναι αυτό; Με τι προδιαγραφές κίνησης, υλικών και οδεύσεων πυρασφάλειας; Και μέσα σε αυτό τι θα βλέπει ο επισκέπτης; Την απουσία της ανάσας μέσα στους άδειους, νεκρούς χώρους; Πόσο αξίζει μια αρχιτεκτονική –ειδικά αυτή η λαϊκή αρχιτεκτονική– χωρίς τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν; Κι έπειτα, ελάχιστες είναι οι περιοχές που θα μπορούσαν να διατηρηθούν ακέραιες, γειτονιές όπου το σύμπλεγμα των παλιών σπιτιών έχει μείνει άθικτο από την ανοικοδόμηση.
Προστασία θα έπρεπε καταρχάς να σημαίνει προσπάθεια διατήρησης του αυθεντικού κτιριακού δυναμικού. Ενισχύσεις προς τους κατοίκους για συντήρηση, επισκευή και αναστύλωση. Όταν τυχαίνει να είσαι ιδιοκτήτης ενός μνημείου, η Πολιτεία οφείλει να σου συμπαρασταθεί, εφόσον η διατήρηση του πολιτιστικού αγαθού το οποίο τυχαίνει να κατέχεις αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Η αδυναμία της χώρας –διανόησης και Πολιτείας– να αναγνωρίσει εγκαίρως τη μοναδικότητα του ιστού αυτού και να τον προστατεύσει –την ίδια βέβαια στιγμή που και πολλά άλλα διατηρημένα μέχρι και μετά τον Πόλεμο σύνολα είχαν αρχίσει να αφανίζονται σε όλη την επικράτεια– καθόρισε τον τρόπο που θα λειτουργούσαν τα πράγματα και στην Άνω Πόλη.
Πρώτα οι κραυγαλέες περιπτώσεις, η διείσδυση των πολυκατοικιών: η κακογουστιά, η φτήνια, οι κακοτεχνίες, η απρόσωπη, γκρίζα αρχιτεκτονική, η ανυπαρξία οποιασδήποτε συνέχειας. Μετά, μέσα στην πίεση της αντιπαροχής, η ανάγκη να παρέμβουμε, να σώσουμε κάποια πράγματα: τα δύο Προεδρικά Διατάγματα του 1977 και 1997, που όμως δεν συνηγορούσαν στη διατήρηση των αυθεντικών κτιρίων παρά εισήγαγαν μια εικονική άποψη για την “παραδοσιακότητα”. Η επίσημη, ατεκμηρίωτη, σιωπηρή και με τις ευλογίες του νομοθέτη κατεδάφιση όσων σπιτιών είχαν απομείνει να κρατούν κάποια επίφαση αυθεντικότητας και η αντικατάστασή τους από αυτό το μονότονο, ανούσιο, ανέμπνευστο και παγερά αδιάφορο αρχιτεκτονικό ιδίωμα που λέγεται γενικώς “παραδοσιακό”. Είδαμε να ξεπροβάλλουν κάθε λογής παραδοσιακότητες: χαλκιδικιώτικα, δυτικομακεδονίτικα, μέχρι και νεοβυζαντινά υβρίδια.
Επιπλέον, η εφαρμοζόμενη λογική της ρυμοτόμησης, η ανάγκη για την κυκλοφορία τροχοφόρων, οι πολεοδομικοί κανόνες και οι οικοδομικές πρακτικές, οδήγησαν σε αφανισμό όχι μόνο την παλιά μορφολογία, αλλά και την ίδια την πεμπτουσία της χωρικής οργάνωσης. Η ομαλοποίηση των “ανωμαλιών”, η διευθέτηση της ακαταστασίας, η στρογγύλευση των αιχμών, έχει ομογενοποιήσει το αστικό περιβάλλον στην Άνω Πόλη, εξαφανίζοντας τις αντιθέσεις, τις παραδοξότητες, τις ευφυείς λύσεις, μειώνοντας κατ’ επέκταση την ποικιλία, τα ενδιαφέροντα σημεία, την προσαρμογή στο ανάγλυφο, όλη την ομορφιά αυτής της “αρχιτεκτονικής χωρίς αρχιτέκτονες”.
Αυτό που τη διαδέχθηκε ήταν ένα συνεχές τείχος από τριώροφους ή τετραώροφους νεοπαραδοσιακούς πύργους πάνω στις οικοδομικές γραμμές των δρόμων, η αντικατάσταση της ελεύθερης, ανάλαφρης οριζόντιας αίσθησης από μια κατακόρυφη και απειλητική εικόνα μεσαιωνικής σχεδόν οργάνωσης: περιχαράκωση του ιδιωτικού-προστατευμένου από τον δημόσιο-εχθρικό χώρο, αναγκαστική κατάργηση της ασάφειας στις χρήσεις (που επέτρεπε παλιότερα τα περάσματα ανάμεσα από ιδιωτικές αυλές και την προσωρινή κατάληψη δημόσιων χώρων από τραπέζια και καρέκλες), ισχυροποίηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μέσα από κάθε λογής περιφράξεις, όρια, κάγκελα και εμπόδια. Η εικόνα του “τοίχου” εναντίον της “διαπερατότητας”.
2. Η ΝΕΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑ
«Ακολουθώ την παράδοση δεν σημαίνει φοράω το καπέλο του παππού,
αλλά αγοράζω ένα καινούριο όπως ακριβώς έκανε εκείνος» (German del Sol)
Θέση του μελετητή είναι η γνήσια έμπνευση από την παράδοση και η δημιουργία ενός καινούριου κελύφους που μπορεί να υπαινίσσεται τη συνέχεια αλλά δεν μιμείται στείρα τη μορφολογία ούτε και απλώς ντύνει μια αδιάφορη αρχιτεκτονική σε παραδοσιακό ένδυμα.
Στοιχεία των παλιών σπιτιών αποτέλεσαν σημεία αναφοράς και ερέθισμα κατά την εκπόνηση της μελέτης: τα δώματα σε εσοχή και οι ταράτσες με τις πέργκολες των προσφυγικών σπιτιών ενσωματώθηκαν ως ιδέες στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Διατηρήθηκε, ως προς τη θέση και το ύψος, ο παλιός μαντρότοιχος που οριοθετούσε την υπερυψωμένη αυλή. Ειδικές μορφολογικές λύσεις –όπως ο διαχωρισμός της στέγης μέσω μιας σκοτίας από τον κορμό του κτιρίου– οδήγησαν στην οριστική απόσπαση των στεγών από τα μέρη του κτιρίου τα οποία στεγάζουν: ανυψωμένες από τον κορμό αλλά και από τα σαχνισιά, οι στέγες μετεωρίζονται ανεξάρτητες πάνω από τους κυβικούς όγκους, ανάλαφρες και ελεύθερες. Η τεχνολογία παρέχει σήμερα μεγάλες δυνατότητες στατικής και μορφολογικής πρωτοτυπίας, κάτι που και οι παλιές στέγες έδειχναν πως επιχειρούσαν αλλά χωρίς πολλή τόλμη. Ο συνδυασμός ξύλου και μετάλλου, που απαντάται ήδη σε αρκετά νέα κτίρια στην Άνω Πόλη, εφαρμόσθηκε και εδώ σε μια προσπάθεια “μεταγραφής” ξύλινων δομικών στοιχείων σε μέταλλο.
Αντί το κτίσμα να προβληθεί πάνω στην οικοδομική γραμμή, όπως είναι σήμερα η συνήθης πρακτική, και να δημιουργήσει ένα ακόμα απροσπέλαστο κατακόρυφο “τείχος”, προτιμήθηκε να υποχωρήσει στο βάθος της αυλής και να εμφανίσει προς τα έξω μια πιο σύνθετη και ανάγλυφη μορφή από εκείνη της επίπεδης όψης. Ο παλιός μαντρότοιχος εξακολουθεί να παίζει το ρόλο του αναβαθμού, για τη σταδιακή μετάβαση από το χαμηλό επίπεδο των δρόμων στο ψηλότερο επίπεδο της αυλής, στο λίγο ψηλότερο της πέργκολας, στο ακόμα ψηλότερο της κατοικίας πιο πίσω και τέλος στην ταράτσα που δημιουργείται από την υποχώρηση του τρίτου όροφου-δώματος. Για αυτόν που κινείται στον ανηφορικό δρόμο, αυτή η βαθμιδωτή διάταξη μετριάζει την εντύπωση του μεγάλου όγκου, που αλλιώς θα κυριαρχούσε πάνω στη διασταύρωση, και ενσωματώνει τα κτίσματα ομαλότερα στο ανάγλυφο του εδάφους. Η αναγκαστική ρυμοτόμηση των παλιών εξωτερικών σκαλοπατιών που προεξείχαν στο δρόμο και δημιουργούσαν μια ενδιαφέρουσα σύνθεση αντισταθμίζεται από το σπάσιμο του μαντρότοιχου σε μικρότερα ύψη, με τη δημιουργία ενός χαμηλότερου κήπου ακριβώς πάνω στη διασταύρωση.
Το κτίριο αποτελείται από δύο βασικούς διώροφους όγκους, τον έναν από εμφανή λιθοδομή. Οι όγκοι αυτοί σχηματίζουν εσωτερική ορθή γωνία και στην ένωσή τους βρίσκεται η είσοδος της κατοικίας, απέναντι από την αυλόθυρα. Στο τρίτο επίπεδο ένας μικρότερος όγκος, ένα δώμα, σε υποχώρηση από το περίγραμμα των άλλων δύο, επιτρέπει να δημιουργηθεί μια μικρή ταράτσα με πέργκολα ανάμεσα στις στέγες. Τρία σαχνισιά προεξέχουν στο δεύτερο όροφο, τα δύο ορθογωνικά, στα παιδικά δωμάτια και το τρίτο αποτελούμενο από δύο τρίγωνα ως επέκταση του υπνοδωματίου. Τα σαχνισιά αποτελούν μορφολογικά και κατασκευαστικά ένα ξεχωριστό στοιχείο. Επεκτείνουν τους βασικούς χώρους, χωρίς όμως ποτέ να αποτελούν μέρος των όγκων τους. Το ύψος τους είναι χαμηλότερο του αντίστοιχου χώρου από τον οποίο εξέχουν, με αποτέλεσμα να είναι διακριτά. Η δομή τους προσομοιάζει σε εκείνη των τυπικών σαχνισιών της Άνω Πόλης (έχουν δηλαδή σκελετό και γέμισμα από συμπαγή τούβλα) μόνο που εδώ ο σκελετός αποτελείται από μεταλλικά κοιλοδοκάρια.
Τα κουφώματα είναι ξύλινα, αλλά για χάρη της θέας που παρέχει ο δεύτερος όροφος, η γεωμετρία τους είναι εκείνη των μεγάλων, συνεχόμενων υαλοστασίων. Καλύπτονται όμως εξωτερικά –στη βάση των αναλογιών που καθορίζουν τα Προεδρικά Διατάγματα για την Άνω Πόλη– από σύστημα οριζόντιων περσίδων, οι οποίες προσαρμόζονται πάνω στο σκελετό του σαχνισιού. Έτσι, το κτίριο αποκτά ένα δεύτερο περίβλημα, το οποίο και ακολουθεί τις προβλεπόμενες από τον νόμο αναλογίες. Οι περσίδες είναι μεταλλικές, ηλεκτροκίνητες και η ευελιξία στην κλίση που μπορούν να πάρουν ρυθμίζει τον ηλιασμό και τη διαφάνεια του εσωτερικού. Η μεταβαλλόμενη κλίση τους θυμίζει τα περιστρεφόμενα φυλλαράκια των πατζουριών στα παλιά σπίτια, μόνο που αυτό συμβαίνει εδώ σε μεγάλη κλίμακα.
Η σύνθεση της κατοικίας επιχειρεί να αποκαταστήσει κάτι από τη μεγαλοπρέπεια και το περίτεχνο των μεγάλων οθωμανικών σπιτιών που κυριαρχούσαν άλλοτε στην Άνω Πόλη. Οι επιμέρους λεπτομέρειες, κυρίως των ακάλυπτων χώρων, επιχειρούν να ανακτήσουν, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό υπό τις σημερινές συνθήκες, εκείνη τη χαμένη πολυπλοκότητα της προσφυγικής πολεοδομίας που έδινε στην Άνω Πόλη τη γοητεία της μικροκλίμακας της γειτονιάς.