
Mπιενάλε Βενετίας 2009
Το πρότζεκτ Making Wordsφιλοδόξησε να φέρει τον καθαρό λόγο της ποίησης μέσα σε ένα εικαστικό φεστιβάλ, όπου από καιρό ήδη είχαν παρεισφρήσει μέσα από διάφορα έργα και συνεργασίες όλες οι μεγάλες τέχνες. Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο έργο για την ποίηση ήταν πως απαιτούνταν ένας “χωρικός φορέας” που θα την έκανε αυτοτελή, διακριτή από τις υπόλοιπες παρουσιάσεις που στεγάζονται στα περίπτερα, αλλά και αναγνωρίσιμη στη διαφορετικότητα της ουσίας της. Χρειαζόταν ένας “χώρος” που να μην ήταν ούτε κλειστός, ούτε μόνιμος, ούτε συμβατικός, που δεν θα έμοιαζε με τα εθνικά περίπτερα στα Giardini όπου γίνεται η Μπιενάλε, ούτε με τις αρχιτεκτονικές που τα χαρακτηρίζουν. Χρειαζόταν ένα μη-περίπτερο.
Ή μήπως, ακριβώς ένα Περίπτερο; (με την αρχική σημασία της λέξης στην αρχαία ναοδομία). Ένα αντεστραμμένο περί-πτερό, γυρισμένο το μέσα-έξω, με τη στοά εσωτερικά και τους τοίχους απέξω. Ταυτόχρονα, ένα βάθρο για την απαγγελία και τα δρώμενα, μια ορχήστρα-και-σκηνή, εξέδρα με τη θεατρική έννοια. Τέλος –και επειδή το όλο σχήμα είχε ήδη αυτονομηθεί και ετοιμαζόταν να περιοδεύσει– έπρεπε να υπάρχει και ένα κιβώτιο για τη μεταφορά από τόπο σε τόπο.
Κιβώτιο-εξέδρα-περίπτερο: η λύση οδηγήθηκε αβίαστα σε αυτό που προσωρινά είχαμε βαφτίσει “Κιβωτό της Ποίησης”.
- Ένα κουτί / κάψουλα / κουκούλι, που αφενός αποθηκεύει και προστατεύει όλα τα παρελκόμενα του έργου, αφετέρου διασώζει τον πολύπαθο ποιητικό λόγο και τον μεταφέρει στα πέρατα του κόσμου ταξιδεύοντας ως νομάδας, όπως ένα μπουκάλι στη θάλασσα γεμάτο με τους θησαυρούς του Λόγου.
- Μια εξέδρα / υποδοχέας, πάνω στην οποία ποιητές και άλλοι παρουσιάζουν, απαγγέλουν, δρουν, ίσως τραγωδούν και πάσχουν.
- Ένα περίπτερο, αυτοτελές, ανοικτό στη φύση, διακριτικό ως παρουσία και υπαινικτικό ως χρήση, που ορίζει έναν Τόπο μέσα στο αχανές των Δημόσιων Κήπων της Μπιενάλε.

Το περίπτερο είναι η απλούστερη, συντακτικά, αρχιτεκτονική μορφή: ένα περίγραμμα κύβου με σιδερένιες ακμές, ντυμένο με ξύλινα καπάκια, που όταν είναι κλειστά παραπέμπει σε ξυλοκιβώτιο –ο ίδιος ο κύβος είναι ένα κιβώτιο μεταφοράς– κι όταν τα καπάκια ανοίγουν, μετατρέπεται σε μια εξέδρα για δράσεις. Κάποια από αυτά τα καπάκια / modulaανοιγοκλείνουν με μεντεσέδες, κάποια άλλα μπορούν να συναρμολογηθούν ολόγυρα, παρέχοντας εναλλακτικά σχήματα στην εξέδρα. Ο σιδερένιος κύβος παραμένει πάντα στη θέση του ως στέγαστρο-προστασία-ορόσημο και αναδύεται μέσα από την εξέδρα ως το καθαυτό Περίπτερο.

Πάνω σε αυτό το φόντο ήταν που πλέχθηκε το εικαστικό έργο με την ποίηση: η καλλιτέχνης Γιούλα Χατζηγεωργίου κατέγραφε όλες τις απαγγελίες σε πραγματικό χρόνο και μέσω μιας ιδιοσυσκευής μετέτρεπε τον ήχο τους σε υδάτινες δονήσεις, τις οποίες βιντεοσκοπούσε και αναπαρήγαγε σε οθόνες τοποθετημένες πάνω και γύρω από την εξέδρα. Έτσι η ποίηση, μεταγραφόταν μέσω του νερού σε εικόνα: ένα είδος φωνο-γραφήματος κατά τον τύπο του φωτορυθμικού ηλεκτρικού σήματος που συνδέεται με έναν λαμπτήρα –εδώ με τα μόνιτορ που πλαισίωναν και συνόδευαν διακριτικά τις ποιητικές δράσεις. Φαντασθήκαμε τον κύβο, με γραμμένους εξωτερικά όλους τους τίτλους του έργου, να ταξιδεύει σαν μια βαλίτσα με τα αυτοκόλλητα ταμπελάκια της από χώρα σε χώρα, μετακινούμενος με πλοία, τρένα, φορτηγά ή αεροπλάνα και σε κάθε στάση του να ξεδιπλώνεται και να ανοίγει σε εξέδρα, να εκπέμπει / απαγγέλει και μετά να αναδιπλώνεται, να τα μαζεύει και να ξεκινά για άλλα…

Στην πράξη, στη διάρκεια των εγκαινίων της Μπιενάλε, ο κύβος λειτούργησε ως σκηνή αλλά και ως σκηνικό. Υπήρξαν ποιητές που τον οικειοποιήθηκαν, τον είδαν ως βάθρο για να απαγγείλουν, ως σκηνή για να δράσουν και να θεατροποιήσουν τα κείμενά τους, ανέβηκαν από το έδαφος στην εξέδρα και κατέβηκαν ξανά, κάθισαν, σκαρφάλωσαν, έπαιξαν μαζί του, τον χρησιμοποίησαν. Υπήρξαν εκείνοι που προτίμησαν να απαγγείλουν στο έδαφος μπροστά του, χωρίς να εμπλακούν, αφήνοντάς τον ως σκηνικό στο βάθος. Ένα ομοίωμα φούρνου των Μακαρέβιτς και Ελάγινα είχε στηθεί παραδίπλα, αντιστικτικά με την εξέδρα, με τρεις σκάλες του Ιακώβ να οδηγούν προς μια ανάταση, μοιράσθηκε στον κόσμο ψωμί και νερό, η συνάθροιση θύμιζε βιβλικές εποχές. Άλλοι έστησαν μια ολόκληρη παράσταση, έπαιξαν σκάκι, κάποιος έσκισε το ρούχο-σάκο που φορούσε και αφήνοντας να χυθεί από μέσα του η άμμος που τον βάραινε, αναδύθηκε ελεύθερος προς την απαγγελία, μια άλλη άπλωνε τα γραπτά της σαν μπουγάδα σε σκοινί με μανταλάκια. Υπήρξαν οι σεμνοί και μετριοπαθείς, οι δραματικοί και στομφώδεις, με ένταση ή χαμηλούς τόνους, οι πρακτικοί και οι περιεκτικοί, οι αφηγηματικοί, οι μινιμαλιστικοί, οι εκτός εαυτού και οι λίγο πριν από το όριο…

Σε κάθε περίπτωση, ο κύβος έδωσε στην ποιητική απαγγελία εκείνο το λίγο παραπάνω απ’ ό,τι ένα ποιητικό αναλόγιο: τον Τόπο. Όρισε ένα φόντο για τη δράση, στάθηκε ένας υποδοχέας χωρίς περιορισμούς, ενσωμάτωσε στο λόγο τη φύση και τον ανοικτό χώρο, άφησε ελεύθερη τη φαντασία και τη χρήση. Περισσότερο ακόμα –για εμάς που παρακολουθήσαμε τον τετραήμερο ποιητικό μαραθώνιο– προσέδωσε στην ανάγνωση ένα ακουστικό μετείκασμα, μια μνήμη που παρέτεινε την κάθε δράση και την έμπλεκε με την επόμενη, που τις επέτρεπε να συγκερασθούν, να συγκριθούν, να συνυπάρξουν. Αυτό, που διαφορετικά θα έπλεε στο αχανές ενός αδιαμόρφωτου χώρου, απέκτησε όρια, αγκυρώθηκε και μορφοποιήθηκε, πολλαπλασιάσθηκε μέσα από τις οθόνες της εικαστικού, καταγράφηκε στη μνήμη ως ενιαία πράξη, με συγκεκριμένο χωρικό υπόβαθρο. Ο κύβος / εξέδρα / κιβώτιο / μηχανή των ποιητών συγκέντρωσε γύρω του τον κόσμο της ποίησης και τον άλλο, τον ανυποψίαστο, τον περαστικό ή απλώς περίεργο σε ένα ανοικτό φεστιβάλ λόγου, εικόνας και δράσης, που είχε κάτι από ροκ συναυλία, εκδρομή για πικνίκ στην εξοχή, παράσταση αρχαίου θεάτρου και παρεΐστικη μάζωξη για κουβεντούλα. Μέσα στο “μουσειακό καθωσπρεπισμό” τωνGiardini άνθισε σαν παράξενο λουλούδι, σαν κατάλοιποάλλων, πιο ανέμελων, εποχών αλλά και σαν υπόσχεση μιας ζωντανής καθημερινότητας που ξεπερνά τους φορμαλισμούς, τις τυπικότητες, μα και την αυτάρεσκη απομόνωση της ποίησης. Έφερε τον Λόγο μέσα σε ένα αυστηρά εικαστικό περιβάλλον και κατέδειξε τις δυνατότητες της ποίησης να συμπράξει και να ωσμωθεί με την αρχιτεκτονική, την τεχνολογία και τις performing arts.
Γιάννης Επαμεινώνδας, Αρχιτέκτων
“Making Words” is a collaborative project bringing together poets and visual artists, which has been specially created for “Making Worlds”, the 53rd International Exhibition of the Venice Biennale, under the Artistic direction of Daniel Birnbaum.
Co-curators:
Daniel Birnbaum, Artistic Director of the 53rd Venice Biennale
Evgeny Bunimovich, President of the Moscow Poetry Biennale
Evgeny Nikitin, Moscow Poetry Club
Alexander Rytov, Stella Art Foundation
Christos Savvidis, Lydia Chatziiakovou, ArtBOX.gr | Creative Arts Management
Audiovisuals advisor: Antonis Gatzougianis
Construction: Loukas Chatzis

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου